«Επιτέλους» είπε μέσα του. Έκλεισε το μεγάλο βρώμικο μητρώο μπροστά του, άνοιξε το συρτάρι του γραφείου του και πέταξε μέσα βιαστικά τις αιτήσεις διακοπής ρεύματος των πελατών της ΔΕΗ. Τις μισούσε αυτές τις οκτώ ώρες της ζωής του. Έπρεπε όμως να είναι εκεί κάθε μέρα. Ένα ενοίκιο, ένα παιδί, μια γυναίκα, λογαριασμοί που έπρεπε να πληρωθούν την πρώτη του μηνός. Αρκετοί λόγοι για να είναι εκεί κάθε μέρα στις οχτώ παρά τέταρτο. Εξάλλου ο κύριος Μπένης του το είχε πει ξεκάθαρα :
«Στο γραφείο σου κάθε πρωί στις οχτώ παρά τέταρτο ακριβώς και μην προκαλείς. Απλά θα κάνεις ήσυχα την δουλίτσα σου και τρεις και μισή θα φεύγεις. Πρόσεξε όμως. Τρεις και μισή, ποτέ νωρίτερα. Είναι πολύ σημαντικό.»
Ο κύριος Μπένης ήταν βουλευτής από το νησί της μάνας του. Είδε και έπαθε η μάνα του για να καταφέρει να τον πείσει να τον βάλει στην ΔΕΗ. Πρέπει να της κόστισε τρία γουρούνια, ένα μοσχάρι, δύο τσουβάλια πατάτες και ένα μποστάνι σαλάτες σε τραπεζώματα για να πετύχει αυτήν την πρόσληψη. Έταξε και εφτά ψήφους «εις τους αιώνας των αιώνων, αμήν» στο επιδόρπιο και ο γιος της ήταν επίσημα μόνιμος υπάλληλος της ΔΕΗ.
Πάντως ο ίδιος δεν κατάλαβε ποτέ πως κατέληξε έτσι. Μπορεί να μην ήταν ο πιο έξυπνος της σχολής του. Είχε όμως ικανότητες. Είχε και όνειρα κάποτε. Εκείνα όμως τα τέσσερα χρόνια μετά την σχολή του στοίχισαν ακριβά. Ποτά, μπαράκια, βολτούλες με τους φίλους να κυνηγάνε «φουστάνια». Είχε πια τριάντα χρόνια ζωής σχεδόν και ένα «φουστάνι» που είχε φέρει στον κόσμο ένα μικρό «φουστανάκι». Πλέον, είχε ξεθωριασμένες γνώσεις, ικανότητες εικοσιτετράχρονου και απαιτήσεις τριαντάχρονου. Το τρένο είχε έρθει, είχε σφυρίξει και είχε φύγει. Το ποτέ δεν είναι αργά ίσως τελικά δεν ισχύει πάντα, σκέφτηκε μια φορά ενώ είχε πάει στο περίπτερο για τσιγάρα.
Σήμερα όμως ήταν μια διαφορετική μέρα. Σήμερα ήταν η έκτη επέτειος γάμου με την Κατερίνα. Είχε συνεννοηθεί με την προϊστάμενη του να φύγει πιο νωρίς. Μπορεί να του το είχε απαγορεύσει ο κύριος Μπένης αλλά σήμερα θα έφευγε νωρίτερα. Θα ένοιωθε άνθρωπος. Θα έκανε μετά από καιρό κάτι που ήθελε αυτός. Είχε κανονίσει και με μια κοπέλα να έρθει να κρατήσει το «φουστανάκι» τους, την Άννα. Τα είχε ετοιμάσει όλα. Θα γύρναγε σπίτι νωρίτερα, θα έλεγε στην Κατερίνα να ετοιμαστεί και θα την πήγαινε αυτοκινητάδα στην παραλιακή μέχρι το Ασημάκι. Θα τρώγανε μαζί τα θαλασσινά τους, θα λέγανε λόγια, θα γέλαγαν ξένοιαστοι για λίγες ώρες. Όπως τότε στην αρχή.
Είχε περάσει σχεδόν μισή ώρα από τότε που έφυγε βιαστικά από την δουλεία και ακόμα ήθελε ένα τέταρτο για να φτάσει στο σπίτι. Από το άγχος είχε αρχίσει να ιδρώνει ελαφριά στο μέτωπο. Έπρεπε οπωσδήποτε να φτάσει στο σπίτι πριν την κοπέλα, που θα κράταγε το παιδί όσο αυτοί έλειπαν. Αν άνοιγε η Κατερίνα την πόρτα πριν φτάσει αυτός στο σπίτι θα χάλαγε την έκπληξη. Είχε τόση κίνηση σήμερα που αναρωτιόταν αν και η υπόλοιπη Αθήνα είχε επέτειο και είχε πάρει άδεια από την δουλειά για να κάνει έκπληξη στο ταίρι της.
Πάρκαρε βιαστικά στην πυλωτή. Ευτυχώς υπήρχε η πυλωτή να τον λυτρώνει κάθε μέρα από το άγχος του παρκινγκ τουλάχιστον. Άνοιξε την είσοδο της πολυκατοικίας και βιαστικά πάτησε το κουμπί του ασανσέρ ενώ μέσα του ευχόταν να έχει προλάβει την κοπέλα που θα κράταγε το παιδί. Το ασανσέρ σταμάτησε στον τρίτο. Άνοιξε την πόρτα ανυπόμονα και το μάτι του έλεγξε το σαλόνι. Ευτυχώς η κοπέλα δεν είχε έρθει ακόμα. Αναρωτήθηκε πού ήταν η Κατερίνα. Μπήκε στην κουζίνα αλλά δεν ήταν ούτε εκεί. Το μάτι του καρφώθηκε σε ένα πιάτο με μισοφαγωμένη ομελέτα πάνω στο τραπέζι. Ένα πιάτο, δύο ποτήρια και ένα πράσινο μπουκάλι μπύρας. Ξαφνικά τον έπιασε πάλι ο ιδρώτας που είχε τότε κολλημένος στην κίνηση. Έτρεξε στον διάδρομο προς τα υπνοδωμάτια. Έτρεξε τόσο γρήγορα που γλίστρησε προσπαθώντας να φρενάρει στα πλακάκια και χτύπησε τον καρπό του δεξιού του χεριού στην κάσα της πόρτας του μπάνιου. Άνοιξε την πόρτα της κρεβατοκάμαρας με δύναμη, παρά τον πόνο στον δεξί του καρπό.
«ΚΥΡΙΕ ΜΠΕΝΗ, ΚΑΤΕΡΙΝΑ !!!!», ούρλιαξε.
Ο κύριος Μπένης πεσμένος πάνω στο σώμα της «καταβρόχθιζε» ένα από τα λίγα πράγματα που παρέμεναν σημαντικά στην ζωή του. Προσπάθησε να μιλήσει, να κάνει κάτι αλλά είχε παγώσει. Δεν ήξερε αν έπρεπε να τσαντιστεί πρώτα ή να λυπηθεί. Ήταν κόκκινος, ιδρωμένος, με τα μάτια σχεδόν υγρά. Η Κατερίνα με το στόμα ανοιχτό δεν ήξερε τι να πει. Μόνο η έκφραση στο πρόσωπό της μιλούσε για αυτήν. Μια τεράστια αβεβαιότητα για το τι θα συμβεί τις επόμενες στιγμές.
Ο κύριος Μπένης σηκώθηκε και από το κρεβάτι με μια απίστευτη έκφραση ενόχλησης στο πρόσωπό του. Τον κοίταξε με τόση ψυχρότητα και απέχθεια που σάστισε. Για μια στιγμή ένοιωσε άσχημα που έφυγε νωρίτερα από την δουλειά. Σαν ένα σχολιαρόπαιδο που τον έπιασαν να κάνει κοπάνα. Ο κύριος Μπένης τον πλησίασε ενώ κούμπωνε το πουκάμισο του. Κούμπωσε το τελευταίο κουμπί του πουκαμίσου του και στάθηκε τεράστιος μπροστά του με την κοιλάρα του να ξεχειλίζει πάνω από την ζώνη του παντελονιού του. Απροειδοποίητα και χωρίς να το περιμένει… του έριξε μια σφαλιάρα.
«Τι κάνεις εσύ εδώ ρε;» τον ρώτησε τσαντισμένος. «Δεν σου είπα ευγενικά και ωραία να μην φύγεις ποτέ από την δουλειά πριν λήξει το ωράριο; Ποιος νομίζεις ότι είσαι και παίρνεις πρωτοβουλίες; Ακαμάτη !! Αν δεν ήμουν εγώ τότε εσύ, αυτή η γκόμενα και το μούλικο που έχετε θα ήσασταν στους πέντε δρόμους. Ποιος νομίζεις ότι είσαι ρε μούλε που σηκώθηκες και έφυγες από το γραφείο σου πριν την ώρα που σου έχω πει ;»
Τσαντισμένος ο κύριος Μπένης πέρασε από μπροστά του και όλος στόμφο έφτασε λαχανιασμένος στην κουζίνα. Λαίμαργα έφαγε μια τεράστια μπουκιά από την κρύα ομελέτα ενώ ήπια μια γουλιά από την μπύρα που είχε μείνει στο ποτήρι για να ξεπλύνει το στόμα του.
«Αύριο να είσαι στο γραφείο σου. Και μην τολμήσεις να πεις κουβέντα γιατί χωρίς εμένα θα καταστραφείς», του είπε επιθετικά και μπήκε στο ασανσέρ φορώντας το σακάκι του.
Του πήρε γύρω στο μισό λεπτό για να ξεσαστίσει. Όταν βγήκε από το σοκ ένοιωσε το μάγουλο του να καίει, ενώ ένιωθε σουβλιές στο καρπό του κάθε φορά που κουνούσε το χέρι του. Έτρεξε στην κουζίνα μανιασμένος, βούτηξε το μπουκάλι της μπύρας και πηδώντας πάνω από το τραπεζάκι του σαλονιού βγήκε στο μπαλκόνι. Σκύβοντας έξω από το μπαλκόνι βλέπει τον κύριο Μπένη να βγαίνει από το μικρό κήπο της πολυκατοικίας. Το πράσινο μπουκάλι της μπύρας εκσφενδονίστηκε με τόση μανία που έφτασε στον ώμο με τόση δύναμη που έριξε σχεδόν κάτω τον τεράστιο κύριο Μπένη. Σκουντουφλώντας και έντρομος ο κύριος Μπένης ξεχύθηκε έξω από τον κήπο με το πουκάμισο να κρέμεται έξω από το παντελόνι του και έναν τεράστιο λεκέ από μπύρα στην πλάτη του σακακιού του.
Τεράστιο Υστερόγραφο : Οι Κατσιμιχαίοι, με την διαίσθηση πραγματικών ποιητών της εποχής τους, έγραφαν προφητικά το 1988 :
«Για ένα κομμάτι ψωμί,
δε φτάνει μόνο η δουλειά.
Για ένα κομμάτι ψωμί,
πρέπει να δώσεις πολλά.
….
Και κάποια μέρα θα σε λύσουν,
μα θα φοβάσαι να φύγεις, θα τρέμεις.
Θα σε κλωτσάνε και θα σ’ αρέσει, δικέ μου.
Σαν το σκυλί τους θα σ’ έχουν, δικέ μου,
μα δε θα έχεις ψυχή να το νοιώσεις,
θα είναι για σένα αργά.»
Είκοσι τρία χρόνια μετά όντως δεν φτάνει πλέον μόνο η δουλειά. Ο πολίτης έγινε πολιτικός πελάτης, έκανε μικρές προσωπικές παραχωρήσεις, ξέχασε να μάθει μία τέχνη. Η τέχνη μπορεί να είναι από το να φτιάχνεις πυραύλους που πάνε ανθρώπους στην Σελήνη μέχρι να μαγειρεύεις νοστιμιές για να πίνουν φιλαράκια τσίπουρα σε κάποια κάθετο της Μητροπόλεως. Επέτρεψε στον εαυτό του να τον πείσουν κάποιοι ότι στην ζωή μπορούν όλοι να φτάσουν κάπου κόβοντας δρόμο με πονηριά. Η ελπίδα ήταν ότι η ζωή θα κάνει και σε αυτόν ΚΛΙΚ και θα μπει στην βίλα με τα πούρα, την αμαξάρα και την γκόμενα των συγκεκριμένων διαστάσεων 90-60-90, που έριξε μαγειρεύοντας ριζότο με θαλασσινά και το μυστηριακό σαφράν, αγνοώντας ότι το σαφράν αλλιώς λέγεται και κρόκος και το μαζεύουν στην Κοζάνη. Τι Κοζάνη … τι Λοζάνη εξάλλου.
Έρχονται εκλογές. Έρχονται σίγουρα γιατί το λέει το Σύνταγμα. Ο πελάτης έχει την ευκαιρία να γίνει Πολίτης. Μπορεί να αποφασίσει να πετάξει σε αυτούς που κατάφεραν να τους παραδώσει την Αξιοπρέπεια του ένα πράσινο μπουκάλι μπύρας, αν αυτή είναι η αισθητική του. Η αισθητική των Πολιτών όμως εκφράζεται με ένα άλλο απόλυτο τρόπο. Την ψήφο. Αυτά τα δύο λεπτά δημοκρατίας πίσω από ένα παραβάν, που δίνονται κάθε τέσσερα χρόνια στον Πολίτη και κάποιοι τρέμουν τι θα γίνει αν αυτός καταλάβει την αξία τους. Τα αγόραζαν για 700 ευρώ, μία πιστωτική και ένα όνειρο σερβιρισμένο με σαφράν.
Μπροστά στα διλήμματα των δύο μεγάλων κομμάτων και των μικρών αδελφών τους, πρέπει να σηκώσει ο Πολίτης το ανάστημα του και απαιτήσει την Αξιοπρέπεια του. Και αν στις κρίσιμες αυτές μέρες φοβάται να διαλέξει κάποιον αποδεδειγμένα άχρηστο ας επιλέξει τον αντίλογο του. Χρειάζεται και ο αντίλογος για να γίνει διάλογος. Στις εκλογές του 2009 κατέβηκαν 23 κόμματα. Κάποιο έχει μία μικρή Αλήθεια που εκφράζει κάτι από την αισθητική του Πολίτη. Αν δεν μας εκφράζει η Πρόταση των μεγάλων, ας μας εκφράζει τουλάχιστον αισθητικά ο αντίλογος. Είναι και αυτό ένα ξεκίνημα για να γίνει σε αυτήν την χώρα Διάλογος επιτέλους.
Η ψήφος. Η απόλυτη δύναμη. Η μόνη δύναμη αλλαγής και ας θέλουν να κάνουν τον Πολίτη να πιστέψει ότι η αποχή από αυτήν είναι άποψη. Παππούδες φάγανε ξύλο για να την έχουν πριν κάποιες δεκαετίες. Οι τριαντάρηδες θυμούνται γιαγιάδες και παππούδες που πάνε να ψηφίσουν, ακόμα και αν το σώμα τους πονάει όταν τους πάει με το αυτοκίνητο ο γιος ή η κόρη στο εκλογικό κέντρο. Βάσει εκλογικού νόμου και το 30% της Ελλάδος να πάει στις κάλπες βγαίνει πάλι αυτοδύναμη κυβέρνηση, αφού οι κυβερνήσεις βγαίνουν βάσει αυτών που πήγαν να ψηφίσουν. Τι θα γινόταν όμως αν μια Ελλάδα ψήφιζε 23, 33, 43 διαφορετικές Αισθητικές; Αν δεν υπήρχε αυτοδυναμία κανενός, ίσως τα μέλη του Παλιού, που με τόσο κόπο προσπαθεί να κρατηθεί στην ζωή, να αρχίζει να διαμελίζουν τον οργανισμό που τα τρέφει. Ίσως η φαγωμάρα και το αίσθημα προσωπικής επιβίωσης σε περιόδους κρίσης να έφερνε την διάλυση του παλιού και την δημιουργία χώρου για κάτι νέο. Ίσως αυτός να πρέπει να είναι ο πρώτος μικρός στόχος του Πολίτη. Τα δύσκολα ενός «πολέμου» από ότι φαίνεται θα έρθουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Τουλάχιστον ας διεκδικήσει ο Πολίτης την αισθητική πάνω στην οποία θα χτιστεί το μέλλον του όταν αυτός ο «πόλεμος» περάσει.
Κανείς δεν θα δεχόταν τον κύριο Μπένη να «καταβροχθίζει» το ταίρι του. Κανείς δεν θα δεχόταν τον κύριο Μπένη να κλέβει από το ψυγείο του. Γιατί πρέπει ο κάθε ένας να δέχεται να του φέρονται έτσι εκτός του σπιτιού του; Παλιότερα πούλησε την ψήφο που του εξασφάλιζε την Αξιοπρέπεια του για ένα όνειρο με σαφράν. Τώρα του ζητούν την Αξιοπρέπεια του για ένα όνειρο πιο άγευστο και μίζερο. Το όνειρο της απλής επιβίωσης. Μόνο που τώρα πρέπει να πληρώσει επιπλέον και η τιμή είναι το μέλλον των παιδιών του. ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ !!!!!!