Νομίζω ότι μπερδεύουμε λίγο τα θέματα … ως Έλληνες κλασσικα. Το αντικειμενικό και αναμφισβήτητο είναι ότι ο λογαριασμός δεν βγαίνει. Τα χρήματα τα χρειαζόμαστε γιατί αλλιώς μισθοί, συντάξεις, σχολεία και νοσοκομεία γιοκ. Και σορρύ αλλα τον πατέρα μου εγώ δεν μπορώ να τον συντηρήσω αφού η δική μου οικογένεια είναι στο όριο.

Μπορούμε να βρούμε λεφτά απο αλλού και άμεσα; Όχι. Στις οικογένειες μας όταν μας κάνουν μείωση πρώτα κόβουμε τα έξοδα, κάτι που εξαρτάται απόλυτα απο εμάς και μετά ψάχνουμε να βρούμε δεύτερη δουλειά γιατί δεν εξαρτάται απο εμάς. Οικογένεια κατ’ επέκτασιν είναι και η χώρα μας.

Στην ουσία του το θέμα δεν είναι οικονομικό. Όλοι λένε για τους απαθείς έλληνες πολίτες, τα κοπρόσκυλα κλπ. Έγω ξέρω ότι η υπουργός της Ιταλίας έβαλε τα κλάμματα όταν ανακοίνωσε μειώσεις στις συντάξεις ενώ εμείς ώς Έλληνες με την μαγκιά μας έχουμε βάλει τόση πλάτη που σηκώνουμε την Ευρώπη όλη στις πλάτες μας στην ουσία, αφού τρώμε όλο το “ξύλο” για να μην χρεωκοπήσει η Ελλάδα και πέσει όλη η Ευρώπη.

Η ουσία και ο λόγος που ο κόσμος είναι αγανακτισμένος είναι η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ. Έφτασε μετά απο δύο χρόνια πραγματικής υποστήριξης ο κόσμος να μην έχει να φάει γιατί κάποια λαμόγια-πολιτικοί δεν θέλουν να βάλουν μια τάξη στα οικονομικά, δικαστικά και φορολογικά γιατί μέσα στο “γκρί” συνεχίζουν να κάνουν τις δουλειές τους με τις παρέες τους και να βγάζουν κέρδη.  Άν ο Έλληνας είχε δει κοινωνική δικαιοσύνη, επιχειρηματίες/πολιτικούς “φούσκες” να μπαίνουν φυλακή θα έβαζε τρείς φορές παραπάνω πλάτη. Αλλα πλέον σου λέει αυτό που έλεγε η γιαγιά μου πού ήταν απο Μ.Ασία …. ΝΙΣΑΦΙ ΡΕ .. ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΡΕ !!!! Δεν είναι τα λεφτά που σε κάνουν να τσαντίζεσαι… είναι η αδικία.

Και για την Αριστερά λυπάμαι που το λέω αλλά ΝΙΣΑΦΙ !!! Μια ζωη βλακεία και αερολογίες εκ του ασφαλούς. Αερολογία να μαζεύουμε τις ψήφους για να παίρνει το κόμμα τις επιχορηγήσεις απο Κράτος και ΕΕ και μετά άσε τους πολίτες να γυρνοβολάνε στα ίδια. Δεν είναι τυχαίο ότι έχουμε την μοναδική αριστερά στον κόσμο που δεν έχει κυβερνήσει ή συμμετέχει σε κυβέρνηση … εκτος απο το βρώμικο 89 . Πολιτική σημαίνει πρόταση … όχι κριτική. Την κριτική άστη για τους δημοσιογραφίσκους στα παράθυρα. Το μόνο αριστερό κόμμα που φαίνεται να πλησιάζει στα όρια της συγκυβέρνης η Δημ. Αριστερά όταν τίθεται το θέμα αν έχει πρόγραμμα εξουσίας, απαντά ο πρόεδρος του ότι αφού οι περιστάσεις φαίνεται ότι μπορεί να το χρειαστούν … θα πρέπει να το επεξεργαστούν και το δημιουργήσουν. Αυτή είναι η ελληνική Αριστερά … σχεδον υλοποιήσιμη πρόταση και φόβος για την εξουσία.

Πάντως μην τους βάζουμε όλους τους πολιτικούς στο ίδιο καζάνι. Υπάρχουν αξιόλογοι άνθρωποί που δεν είναι στα κυκλώματα και τα ΜΜΕ και για αυτό τους τρώει η μαρμάγκα την δεύτερη εκλογική περίοδο.

Προσοχή τι ψηφίζουμε έλληνες … για να έχουμε ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ και ΑΛΗΘΕΙΑ… μετά όλα βρίσκονται !!!

«Επιτέλους» είπε μέσα του.  Έκλεισε το μεγάλο βρώμικο μητρώο μπροστά του, άνοιξε το συρτάρι του γραφείου του και πέταξε μέσα βιαστικά τις αιτήσεις διακοπής ρεύματος των πελατών της ΔΕΗ. Τις μισούσε αυτές τις οκτώ ώρες της ζωής του. Έπρεπε όμως να είναι εκεί κάθε μέρα. Ένα ενοίκιο, ένα παιδί, μια γυναίκα, λογαριασμοί που έπρεπε να πληρωθούν την πρώτη του μηνός. Αρκετοί λόγοι για να είναι εκεί κάθε μέρα στις οχτώ παρά τέταρτο. Εξάλλου ο κύριος Μπένης του το είχε πει ξεκάθαρα :

«Στο γραφείο σου κάθε πρωί στις οχτώ παρά τέταρτο ακριβώς και μην προκαλείς. Απλά θα κάνεις ήσυχα την δουλίτσα σου και τρεις και μισή θα φεύγεις. Πρόσεξε όμως. Τρεις και μισή, ποτέ νωρίτερα. Είναι πολύ σημαντικό.»

Ο κύριος Μπένης ήταν βουλευτής από το νησί της μάνας του. Είδε και έπαθε η μάνα του για να καταφέρει να τον πείσει να τον βάλει στην ΔΕΗ. Πρέπει να της κόστισε τρία γουρούνια, ένα μοσχάρι, δύο τσουβάλια πατάτες και ένα μποστάνι σαλάτες σε τραπεζώματα για να πετύχει αυτήν την πρόσληψη. Έταξε και εφτά ψήφους «εις τους αιώνας των αιώνων, αμήν» στο επιδόρπιο και ο γιος της ήταν επίσημα μόνιμος υπάλληλος της ΔΕΗ.

Πάντως ο ίδιος δεν κατάλαβε ποτέ πως κατέληξε έτσι. Μπορεί να μην ήταν ο πιο έξυπνος της σχολής του. Είχε όμως ικανότητες. Είχε και όνειρα κάποτε. Εκείνα όμως τα τέσσερα χρόνια  μετά την σχολή του στοίχισαν ακριβά. Ποτά, μπαράκια, βολτούλες με τους φίλους να κυνηγάνε «φουστάνια». Είχε πια τριάντα χρόνια ζωής σχεδόν και ένα «φουστάνι» που είχε φέρει στον κόσμο ένα μικρό «φουστανάκι». Πλέον, είχε ξεθωριασμένες γνώσεις, ικανότητες εικοσιτετράχρονου και απαιτήσεις τριαντάχρονου. Το τρένο είχε έρθει, είχε σφυρίξει και είχε φύγει. Το ποτέ δεν είναι αργά ίσως τελικά δεν ισχύει πάντα, σκέφτηκε μια φορά ενώ είχε πάει στο περίπτερο για τσιγάρα.

Σήμερα όμως ήταν μια διαφορετική μέρα. Σήμερα ήταν η έκτη επέτειος γάμου με την Κατερίνα. Είχε συνεννοηθεί με την προϊστάμενη του να φύγει πιο νωρίς. Μπορεί να του το είχε απαγορεύσει ο κύριος Μπένης αλλά σήμερα θα έφευγε νωρίτερα. Θα ένοιωθε άνθρωπος. Θα έκανε μετά από καιρό κάτι που ήθελε αυτός. Είχε κανονίσει και με μια κοπέλα να έρθει να κρατήσει το «φουστανάκι» τους, την Άννα.  Τα είχε ετοιμάσει όλα. Θα γύρναγε σπίτι νωρίτερα, θα έλεγε στην Κατερίνα να ετοιμαστεί και θα την πήγαινε αυτοκινητάδα στην παραλιακή μέχρι το Ασημάκι. Θα τρώγανε μαζί τα θαλασσινά τους, θα λέγανε λόγια, θα γέλαγαν ξένοιαστοι για λίγες ώρες. Όπως τότε στην αρχή.

Είχε περάσει σχεδόν μισή ώρα από τότε που έφυγε βιαστικά από την δουλεία και ακόμα ήθελε ένα τέταρτο για να φτάσει στο σπίτι. Από το άγχος είχε αρχίσει να ιδρώνει ελαφριά στο μέτωπο. Έπρεπε οπωσδήποτε να φτάσει στο σπίτι πριν την κοπέλα, που θα κράταγε το παιδί όσο αυτοί έλειπαν. Αν άνοιγε η Κατερίνα την πόρτα πριν φτάσει αυτός στο σπίτι θα χάλαγε την έκπληξη. Είχε τόση κίνηση σήμερα που αναρωτιόταν αν και η υπόλοιπη Αθήνα είχε επέτειο και είχε πάρει άδεια από την δουλειά για να κάνει έκπληξη στο ταίρι της.

Πάρκαρε βιαστικά στην πυλωτή. Ευτυχώς υπήρχε η πυλωτή να τον λυτρώνει κάθε μέρα από το άγχος του παρκινγκ τουλάχιστον. Άνοιξε την είσοδο της πολυκατοικίας και βιαστικά πάτησε το κουμπί του ασανσέρ ενώ μέσα του ευχόταν να έχει προλάβει την κοπέλα που θα κράταγε το παιδί. Το ασανσέρ σταμάτησε στον τρίτο. Άνοιξε την πόρτα ανυπόμονα και το μάτι του έλεγξε το σαλόνι. Ευτυχώς η κοπέλα δεν είχε έρθει ακόμα. Αναρωτήθηκε πού ήταν η Κατερίνα. Μπήκε στην κουζίνα αλλά δεν ήταν ούτε εκεί. Το μάτι του καρφώθηκε σε ένα πιάτο με μισοφαγωμένη ομελέτα πάνω  στο τραπέζι. Ένα πιάτο, δύο ποτήρια και ένα πράσινο μπουκάλι μπύρας. Ξαφνικά τον έπιασε πάλι ο ιδρώτας που είχε τότε κολλημένος στην κίνηση. Έτρεξε στον διάδρομο προς τα υπνοδωμάτια. Έτρεξε τόσο γρήγορα που γλίστρησε προσπαθώντας να φρενάρει στα πλακάκια και χτύπησε τον καρπό του δεξιού του χεριού στην κάσα της πόρτας του μπάνιου. Άνοιξε την πόρτα της κρεβατοκάμαρας με δύναμη, παρά τον πόνο στον δεξί του καρπό.

«ΚΥΡΙΕ ΜΠΕΝΗ, ΚΑΤΕΡΙΝΑ !!!!», ούρλιαξε.

Ο κύριος Μπένης πεσμένος πάνω στο σώμα της «καταβρόχθιζε» ένα από τα λίγα πράγματα που παρέμεναν σημαντικά στην ζωή του. Προσπάθησε να μιλήσει, να κάνει κάτι αλλά είχε παγώσει. Δεν ήξερε αν έπρεπε να τσαντιστεί πρώτα ή να λυπηθεί. Ήταν κόκκινος, ιδρωμένος, με τα μάτια σχεδόν υγρά. Η Κατερίνα με το στόμα ανοιχτό δεν ήξερε τι να πει. Μόνο η έκφραση στο πρόσωπό της  μιλούσε για αυτήν. Μια τεράστια αβεβαιότητα για το τι θα συμβεί τις επόμενες στιγμές.

Ο κύριος Μπένης σηκώθηκε και από το κρεβάτι με μια απίστευτη έκφραση ενόχλησης στο πρόσωπό του. Τον κοίταξε με τόση ψυχρότητα και απέχθεια που σάστισε. Για μια στιγμή ένοιωσε άσχημα που έφυγε νωρίτερα από την δουλειά. Σαν ένα σχολιαρόπαιδο που τον έπιασαν να κάνει κοπάνα. Ο κύριος Μπένης τον πλησίασε ενώ κούμπωνε το πουκάμισο του. Κούμπωσε το τελευταίο κουμπί του πουκαμίσου του και στάθηκε τεράστιος μπροστά του με την κοιλάρα του να ξεχειλίζει πάνω από την ζώνη του παντελονιού του. Απροειδοποίητα και χωρίς να το περιμένει… του έριξε μια σφαλιάρα.

«Τι κάνεις εσύ εδώ ρε;» τον ρώτησε τσαντισμένος. «Δεν σου είπα ευγενικά και ωραία να μην φύγεις ποτέ από την δουλειά πριν λήξει το ωράριο; Ποιος νομίζεις ότι είσαι και παίρνεις πρωτοβουλίες; Ακαμάτη !! Αν δεν ήμουν εγώ τότε εσύ, αυτή η γκόμενα και το μούλικο που έχετε θα ήσασταν στους πέντε δρόμους. Ποιος νομίζεις ότι είσαι ρε μούλε που σηκώθηκες και έφυγες από το γραφείο σου πριν την ώρα που σου έχω πει ;»

Τσαντισμένος ο κύριος Μπένης πέρασε από μπροστά του και όλος στόμφο έφτασε λαχανιασμένος στην κουζίνα. Λαίμαργα έφαγε μια τεράστια μπουκιά από την κρύα ομελέτα ενώ ήπια μια γουλιά από την μπύρα που είχε μείνει στο ποτήρι για να ξεπλύνει το στόμα του.

«Αύριο να είσαι στο γραφείο σου. Και μην τολμήσεις να πεις κουβέντα γιατί χωρίς εμένα θα καταστραφείς», του είπε επιθετικά και μπήκε στο ασανσέρ φορώντας το σακάκι του.

Του πήρε γύρω στο μισό λεπτό για να ξεσαστίσει. Όταν βγήκε από το σοκ ένοιωσε το μάγουλο του να  καίει, ενώ ένιωθε σουβλιές στο καρπό του κάθε φορά που κουνούσε το χέρι του. Έτρεξε στην κουζίνα μανιασμένος, βούτηξε το μπουκάλι της μπύρας και πηδώντας πάνω από το τραπεζάκι του σαλονιού βγήκε στο μπαλκόνι. Σκύβοντας έξω από το μπαλκόνι βλέπει τον κύριο Μπένη να βγαίνει από το μικρό κήπο της πολυκατοικίας. Το πράσινο μπουκάλι της μπύρας εκσφενδονίστηκε με τόση μανία που έφτασε στον ώμο με τόση δύναμη που έριξε σχεδόν κάτω τον τεράστιο κύριο Μπένη. Σκουντουφλώντας και έντρομος ο κύριος Μπένης ξεχύθηκε έξω από τον κήπο με το πουκάμισο να κρέμεται έξω από το παντελόνι του και έναν τεράστιο λεκέ από μπύρα στην πλάτη του σακακιού του.

Τεράστιο Υστερόγραφο : Οι Κατσιμιχαίοι, με την διαίσθηση πραγματικών ποιητών της εποχής τους, έγραφαν προφητικά το 1988 :

«Για ένα κομμάτι ψωμί,
δε φτάνει μόνο η δουλειά.
Για ένα κομμάτι ψωμί,
πρέπει να δώσεις πολλά.

….

Και κάποια μέρα θα σε λύσουν,
μα θα φοβάσαι να φύγεις, θα τρέμεις.
Θα σε κλωτσάνε και θα σ’ αρέσει, δικέ μου.
Σαν το σκυλί τους θα σ’ έχουν, δικέ μου,
μα δε θα έχεις ψυχή να το νοιώσεις,
θα είναι για σένα αργά.»

Είκοσι τρία χρόνια μετά όντως δεν φτάνει πλέον μόνο η δουλειά. Ο πολίτης έγινε πολιτικός πελάτης, έκανε μικρές προσωπικές παραχωρήσεις, ξέχασε να μάθει μία τέχνη. Η τέχνη μπορεί να είναι από το να φτιάχνεις πυραύλους που πάνε ανθρώπους στην Σελήνη μέχρι να μαγειρεύεις νοστιμιές για να πίνουν φιλαράκια τσίπουρα σε κάποια κάθετο της Μητροπόλεως. Επέτρεψε στον εαυτό του  να τον πείσουν κάποιοι ότι στην ζωή μπορούν όλοι να φτάσουν κάπου κόβοντας δρόμο με πονηριά. Η ελπίδα ήταν ότι η ζωή θα κάνει και σε αυτόν ΚΛΙΚ και θα μπει στην βίλα με τα πούρα, την αμαξάρα και την γκόμενα των συγκεκριμένων διαστάσεων 90-60-90, που έριξε μαγειρεύοντας ριζότο με θαλασσινά και το μυστηριακό σαφράν, αγνοώντας ότι το σαφράν αλλιώς λέγεται και κρόκος και το μαζεύουν στην Κοζάνη. Τι Κοζάνη … τι Λοζάνη εξάλλου.

Έρχονται εκλογές. Έρχονται σίγουρα γιατί το λέει το Σύνταγμα. Ο πελάτης έχει την ευκαιρία να γίνει Πολίτης. Μπορεί να αποφασίσει να πετάξει σε αυτούς που κατάφεραν να τους παραδώσει την Αξιοπρέπεια του ένα πράσινο μπουκάλι μπύρας, αν αυτή είναι η αισθητική του. Η αισθητική των Πολιτών όμως εκφράζεται με ένα άλλο απόλυτο τρόπο. Την ψήφο. Αυτά τα δύο λεπτά δημοκρατίας πίσω από ένα παραβάν, που δίνονται κάθε τέσσερα χρόνια στον Πολίτη και κάποιοι τρέμουν τι θα γίνει αν αυτός καταλάβει την αξία τους. Τα αγόραζαν για 700 ευρώ, μία πιστωτική και ένα όνειρο σερβιρισμένο με σαφράν.

Μπροστά στα διλήμματα των δύο μεγάλων κομμάτων και των μικρών αδελφών τους, πρέπει να σηκώσει ο Πολίτης το ανάστημα του και απαιτήσει την Αξιοπρέπεια του. Και αν στις κρίσιμες αυτές μέρες φοβάται να διαλέξει κάποιον αποδεδειγμένα άχρηστο ας επιλέξει τον αντίλογο του. Χρειάζεται και ο αντίλογος για να γίνει διάλογος. Στις εκλογές του 2009 κατέβηκαν 23 κόμματα. Κάποιο έχει μία μικρή Αλήθεια που εκφράζει κάτι από την αισθητική του Πολίτη. Αν δεν μας εκφράζει η Πρόταση των μεγάλων, ας μας εκφράζει τουλάχιστον αισθητικά ο αντίλογος. Είναι και αυτό ένα ξεκίνημα για να γίνει σε αυτήν την χώρα Διάλογος επιτέλους.

Η ψήφος. Η απόλυτη δύναμη. Η μόνη δύναμη αλλαγής και ας θέλουν να κάνουν τον Πολίτη να πιστέψει ότι η αποχή από αυτήν είναι άποψη. Παππούδες φάγανε ξύλο για να την έχουν πριν κάποιες δεκαετίες. Οι τριαντάρηδες θυμούνται γιαγιάδες και παππούδες που πάνε να ψηφίσουν, ακόμα και αν το σώμα τους πονάει όταν τους πάει με το αυτοκίνητο ο γιος ή η κόρη στο εκλογικό κέντρο. Βάσει εκλογικού νόμου και το 30% της Ελλάδος να πάει στις κάλπες βγαίνει πάλι αυτοδύναμη κυβέρνηση, αφού οι κυβερνήσεις βγαίνουν βάσει αυτών που πήγαν να ψηφίσουν. Τι θα γινόταν όμως αν μια Ελλάδα ψήφιζε 23, 33, 43 διαφορετικές Αισθητικές; Αν δεν υπήρχε αυτοδυναμία κανενός, ίσως τα μέλη του Παλιού, που με τόσο κόπο προσπαθεί να κρατηθεί στην ζωή, να αρχίζει να διαμελίζουν τον οργανισμό που τα τρέφει. Ίσως η φαγωμάρα και το αίσθημα προσωπικής επιβίωσης σε περιόδους κρίσης να έφερνε την διάλυση του παλιού και την δημιουργία χώρου για κάτι νέο. Ίσως αυτός να πρέπει να είναι ο πρώτος μικρός στόχος του Πολίτη. Τα δύσκολα ενός «πολέμου» από ότι φαίνεται θα έρθουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Τουλάχιστον ας διεκδικήσει ο Πολίτης την αισθητική πάνω στην οποία θα χτιστεί το μέλλον του όταν αυτός ο «πόλεμος» περάσει.

Κανείς δεν θα δεχόταν τον κύριο Μπένη να «καταβροχθίζει» το ταίρι του. Κανείς δεν θα δεχόταν τον κύριο Μπένη να κλέβει από το ψυγείο του. Γιατί πρέπει ο κάθε ένας να δέχεται να του φέρονται έτσι εκτός του σπιτιού του; Παλιότερα πούλησε την ψήφο που του εξασφάλιζε την Αξιοπρέπεια του για ένα όνειρο με σαφράν. Τώρα  του ζητούν την Αξιοπρέπεια του για ένα όνειρο πιο άγευστο και μίζερο. Το όνειρο της απλής επιβίωσης. Μόνο που τώρα πρέπει να πληρώσει επιπλέον και η τιμή είναι το μέλλον των παιδιών του. ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ !!!!!!

Κυριακή απόγευμα. Βροχερή μέρα σήμερα αν και θεωρητικά η άνοιξη έχει μπει για τα καλά. Ένας ελληνικός μονός ελαφρά γλυκός αχνίζει στο φλιτζάνι. Οι ειδήσεις των έξι ξεκίνησαν. Το βλέμμα μάλλον αδιάφορο.

«Πάλι για την κρίση, ομόλογα, περικοπές. Οι γνωστές καταιγίδες και φουρτούνες του Έλληνα. Τουλάχιστον πια έχω άμυνες και δεν πέφτω πλέον με τίποτα» σκέφτηκα με ατσάλινα νεύρα θαλλασοδαρμένου καπετάνιου. Ξαφνικά όμως μετά από καιρό πολλά χρόνια έμεινα με το στόμα ανοιχτό .

«Έφυγε την Κυριακή το πρωί σε ηλικία 63 ετών ένας από τους πλέον αγαπημένους Έλληνες τραγουδοποιούς, o Νίκος Παπάζογλου.»

( Πάτα το play όταν διαβάσεις παρακάτω).

Κάποιες φορές δημιουργείται κάτι που απλά είναι τέλειο, απέριττο. Κάτι παραπάνω θα το κατέστρεφε και κάτι λιγότερο ίσως το έκανε άλλο ένα hitακι μιας περασμένης δεκαετίας. Σε αυτό το ρημαδιασμένο τραγούδι όλα μπήκαν στην σωστή τους δόση. Η κάθε νότα χορεύει αρμονικά με το σωστό ταίρι του, οι λέξεις, ακριβείς, με την πιο σωστή φωνή που μπορούσαν να βρουν, ακολουθούν η  μία πίσω από την άλλη σαν σφαίρες που στέλνουν αυτόν που τις ακούει πιο βαθιά μέσα στο σκοτεινό εκείνο πραγματάκι μέσα του που τον τρώει μέρες ή χρόνια τώρα και που μόνο αυτός το ξέρει ότι το κουβαλά μέσα του.

Έχετε παρατηρήσει ότι όταν αυτό το τραγούδι παίζει όλοι σιωπούν και κοιτάνε στο κενό; Παρατηρήστε το . Κρατάει τόσο λίγο …μέχρι κάποιος που νοιώθει άβολα από την σιωπή του και των άλλων πετάει ένα χαζό σχόλιο. Πονάει να κάθεσαι σιωπηλός μπροστά σε άλλους, με τα μάτια καρφωμένα σε ένα σημείο και την εικόνα αυτού του προσώπου που είναι τόσο γλυκού και πικρού μαζί . Αυτή η σιωπή είναι μια σιωπηλή συμφωνία μεταξύ όσων ακούνε. Ένας σιωπηλός θρήνος ο καθένας για αυτήν  ή αυτόν που μόνος αυτός ξέρει μέσα του.

 «Πώς μπορώ να ξεχάσω τα λυτά της μαλλιά
την άμμο που σαν καταρράχτης έλουζε
καθώς έσκυβε πάνω μου χιλιάδες φιλιά
διαμάντια που απλόχερα μου χάριζε
θα πάω κι ας μου βγει και σε κακό»

Πόσοι έφηβοι φοιτητές έχουν λιώσει από καημό μέσα στα σκοτεινά τους δωμάτια κάποιο βράδυ ξαπλωμένοι στο κρεβάτι τους σε αυτήν την στροφή. Αυτή η εικόνα μπορεί να σε στοιχειώσει όταν δεν την έχεις. Αυτή που θέλει, με τα μακριά της μαλλιά να πέφτουν πάνω του, να λυτρώνει την αγωνία του με τα φιλιά της, παθιασμένα και απαλά όσο και οι νότες που σιγοτραγουδάει η κιθάρα κάπου στο βάθος, να τον μεθάνε κάποιο Βράδυ Αυγούστου σε σημείο που να χάνει την αίσθηση του χρόνου.

Πόσοι ερωτευμένοι και ερωτευμένες έχουν λιώσει από καημό μέσα στα σκοτεινά τους δωμάτια ακούγοντας αυτό το ρημαδιασμένο τραγούδι να καίγονται από την μοναξιά τους…

Λεφτά, αμάξια, γκόμενες, γκόμενοι. Τελικά πόσο ηλίθια ακούγονται όλα αυτά όταν είσαι μπροστά σε ένα τέτοιο τραγούδι. Όταν ένα τέτοιο τραγούδι σε φέρνει αντιμέτωπο με τον πιο δίκαιο κριτή σου τον ίδιο σου τον εαυτό. Εκείνη την στιγμή να εύχεσαι να μπορείς να πεiς ότι ο άνθρωπος που έχεις δίπλα σου κάνει το τραγούδι γλυκό γιατί το βάσανο του ανεκπλήρωτου ή του μεγάλου έρωτα που χάθηκε μπορεί να τρώει ζωντανό έναν άνθρωπο όλη του την ζωή.

Ο μεγάλος Παύλος Σίδηρόπουλος πίστευε ότι το μέλλον της ελληνικής μουσικής ήταν να καταφέρει το ροκ να συνδυαστεί με το λαϊκό τραγούδι. Να καταφέρει η ανατολίτικη καψούρα να συνυπάρξει με την δυτική κουλτούρα. Τελικά τι είναι ο Παπάζογλου; Άλλοι λένε ροκ, άλλοι λένε ελληνικό έντεχνο … λαϊκό θα προσθέσω εγώ. Τελικά σκέφτομαι μήπως με την μουσική του κατάφερε με τον τρόπο του να δώσει μια πυξίδα για το μεγαλύτερο ερώτημα της κοινωνίας μας εδώ και δυο δεκαετίες. Πώς να γίνει η Ελλάδα μέρος του δυτικού κόσμου χωρίς να χάσει τα μπαχάρια που έχει η ανατολίτικη ψυχή της.

Σε ευχαριστούμε για τα τραγουδάκια και για όλα τα υπόλοιπα mister.

Γλυκιά μου Κρίση, επιτέλους ήρθες. Σε περιμέναμε όλοι με τόσο μεγάλη προσμονή. Οι άστεγοι στα παγκάκια, οι φοιτητές που δεν μπορούν να βρουν δουλειά, οι μισθωτοί των 800 ευρώ, οι πτυχιούχοι που παίρνουν 800 ευρώ και επιστημονικό επίδομα 3 και 60 … σε ευρώ πάντα. Επιτέλους ήρθες. Για χάρη σου θα βγούμε στους δρόμους ή στα καθιστικά μας με πανό και πλακάτ με συνθήματα και σύμβολα γραμμένα στα χρώματα της επανάστασης, το κόκκινο και το μαύρο.

Επιτέλους κρίση, πείνα και ξεβόλεμα. Επιτέλους τα μπουζούκια λειτουργούν μόνο τρείς μέρες την εβδομάδα, η Τζούλια και η Σάσα δεν μπορούν να εξασφαλίσουν ούτε πέντε λεπτά στα αστεράτα δελτία ειδήσεων, οι παραγγελίες αμαξιών από την Γερμανία έχουν πέσει ακόμα και αν οι πόρτες συνεχίζουν να κάνουν «γκουπ» σαν ένδειξη ποιότητας και οι πωλήσεις των γιαουρτιών έχουν αυξηθεί λόγω πολιτικών εμφανίσεων ανά την περιφέρεια της Ελλάδας.

Επιτέλους κρίση, να τελειώσουν τα ψεύτικα λεφτά και η ευδαιμονία της πιστωτικής κάρτας. Οι παρέες σταμάτησαν να πηγαίνουν σε μαγαζιά με την μουσική στη διαπασών και ανακάλυψαν ξανά πόσο δύσκολη είναι η πραγματική κουβεντούλα στα σπίτια, τις πλατείες ή όπου αλλού τύχει να βρεθούν. Πιο εύκολα βρίσκεις πια τραπέζι σε μαγαζί που τραγουδάνε τα μικρά και μεγάλα Greek Idol μας με την διεθνή καριέρα παρά θέση για παρκάρισμα στον Λαιμό το Σαββατοκύριακα να πεις και να πιείς με την παρέα.

Επιτέλους ο νεοέλληνας ήρθε ξανά σε επαφή με την παράδοση και το αθάνατο ελληνικό γιαούρτι. Μιάμιση γενιά, από τα 35χρονα και κάτω, έχουν τρελαθεί να  πετάνε “γιαούρτια” όπου κρίνουν ότι πρέπει :

Στον πατέρα τους, που ψήφιζε τους εθνοπατέρες επειδή του έδωσαν μια θέση να βγάζουν ένα μισθό αν και  ουσιαστικά δεν τον δούλεψαν ποτέ.

Στους εθνοπατέρες που διόριζαν τους πατεράδες τους και τους έδιναν ένα μισθό που ουσιαστικά δεν τον δούλεψαν ποτέ για να μπορούν να κάνουν σπίτια στην Ηρώδου Αττικού και την Αραβαντινού.

Στην ελληνική Αριστερά, η οποία έχει μέσο όρο ηλικίας 59.3 σε ιδέες, λόγο και πρωτοτυπία. Ο μέσος όρος θα ήταν μεγαλύτερος αλλά ευτυχώς υπάρχει ο Αλέξης. Η Κίνα κατακτάει τον κόσμο μέσω της οικονομίας της, η Ρωσία αναστήθηκε από τις στάχτες της και πουλάει ενέργεια, η Κούβα δέχτηκε να κάνουν βουτιές στις παραλίες της ξανά και το ΚΚΕ μάχεται με λύσσα το ΚΚΒΚ (σημαίνει Κομουνιστικό Κόμμα Βόρειας Κορέας blogger με έλλειψη φαντασίας !!!)  για να αποδείξει ότι τελικά ο Μαρξ ήταν Έλληνας. Εξελίξου … damn it (όπως έλεγε και ο μεγάλος καουμπόυ John Wayne aka The Duke) !!!

Γιαουρτάκι πέφτει και στα διάφορα αφεντικά τους, που τους δίνουν € 800 ή € 803 και 60 λεπτά αν είναι πτυχιούχοι για να κάνουν μια δουλεία που σε επίπεδο ποιότητας μπορεί και να την κάνει χιμπαντζής αν κάνουν του κάνουν ενέσεις Εξυπναζολ των 500 mg. Άντε για να μην προσβάλλονται οι σπουδαγμένοι αυτοί κάνουν δουλειά που με λίγη δυσκολία θα την έκανε ο homo erectus. Το αφεντικό δεν παράγει συνήθως τίποτα, οπότε δεν χρειάζεται να χρησιμοποιήσει παραγωγικά και να αναπτύξει σαν επαγγελματία τον πτυχιούχο. Απλά μεταπουλάει κάτι στο κράτος ή σε μια εταιρία που πουλάει στο κράτος. Για να ζητήσεις  2803 ευρώ και 60 λεπτά, όσα παίρνει ο πτυχιούχος στο περίφημο «εξωτερικό», πρέπει μεγάλε να δημιουργείς κέρδος  5607 ευρώ και 20 λεπτά αν είσαι μισθωτός. Αλλιώς να έχεις τα κότσια και το μυαλό να δημιουργήσεις κάτι δικό σου και πούλα το. ΣΤΑΜΑΤΑ ΝΑ ΖΗΤΑΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΚΑΡΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΜΟΡΦΗ ΜΙΣΘΩΝ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΠΑΙΖΕΙΣ ΜΠΡΟΥΚΛΗΣ ΣΤΗΝ ΤΖΟΥΛΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΣΑΣΑ. Τουλάχιστον γίνε Τζούλια, πουλήσου κυριολεκτικά και τίμα τα παντελόνια ή τις φούστες που φοράς. Μην φορτώνεσαι στον δίπλα για τα όνειρα σου.

Γιαούρτια λοιπόν και στον ίδιο τους τον εαυτό. Γιατί όταν ο πατέρας τους έλεγε ότι αν θα περάσουν στο πανεπιστήμιο θα τους πάρει με λεφτά που δεν έχει, μια κουτσουλιά που λέγεται Smart και στοιχίζει όσο μια νταλίκα αντί να του πουν «Άσε ρε πατέρα. Εγώ περνάω πανεπιστήμιο για την πάρτη μου όχι για το Smart» το έδειχναν στην παρέα και το έπαιζαν μαγκάκια. Μαγκάκι … πλέρωνε τώρα μέχρι τα 65 και πες και ευχαριστώ στον μπαμπάκα. Γιαούρτι λοιπόν στον ίδιο τους τον εαυτό γιατί βρήκαν ένα γραφείο (στην καλύτερη), έκατσαν  και δεν κοίταζαν να γίνουν καλύτεροι επαγγελματίες σε ότι διάλεξαν να κάνουν σαν επάγγελμα. Αν κάτι το κάνεις με αγάπη και καλά θα γίνεις καλός και η περίφημη αγορά θα σε πληρώσει. Πήγαινε Σάββατο στον κρεοπώλη μου και πάρε νούμερο (κυριολεκτικά), βγες έξω, κάνε τσιγαράκι και σε ένα τέταρτο ίσως παραγγείλεις. Αλλά πάλι δεν είναι ο μέσος κρεοπώλης, ούτε στο μαγαζί του, ούτε στο κρέας του. Και δεν είναι πάνω από σαράντα φίλε.

Ζήτω η κρίση λοιπόν γιατί μας δίνεται η ευκαιρία να αποκτήσουμε ΚΡΙΣΗ. Βγήκαμε από το συννεφάκι μας και αμφισβητούμε ξανά. Ένας τυπάκος που λέγόταν Κορνήλιος Καστοριάδης σε ένα βιβλιαράκι του λέει ότι αν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι έφτασαν σε τέτοια επίπεδα πνευματικού έργου είναι γιατί αμφισβήτησαν τα πάντα. Σέβονταν τον Δία και την παρέα του αλλά αμφισβήτησαν το δικαίωμα του να έχει μόνο αυτός την φωτιά. Έκαναν το «γιατί» και το «πως» τις αγαπημένες τους λέξεις και δημιούργησαν φιλοσοφίες, φυσικές, ποιήματα, δράματα, κωμωδίες, μαθηματικά και γεωμετρίες. Να σημειώσω ότι σχολείο πάντα μισούσα την γεωμετρία. ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ τι πάτε και κάνετε!!!!

Μιάμιση γενιά αρχίζει και αμφισβητεί τα πάντα. Την αλήθεια του πατέρα και της μάνας, τις ιδεολογίες, τα κλαπατσίμπανα στα μπουζούκια, την Βίσση και τον Ρουβά. Ασχολείται με νέες φόρμες μουσικής. Ραπάρει (γιακ προσωπικά αλλά είναι μια προσπάθεια για μπροστά και το κάνουν με αγάπη), δημιουργεί ηλεκτρονική μουσική  και γράφει αγγλικό στίχο. Δημιουργεί εφαρμογές για το i-phone στα Ιωάννινα τις οποίες αγοράζει Αμερικάνικη πολυεθνική για πάρα πολύ καλά λεφτά. Συναντιέται σαββατόβραδο στις πλατείες ή σε σπίτια και όχι αποκλειστικά σε κλαμπαράκια. Το να ανέβεις τα σκαλοπάτια στο μετρό Σύνταγμα ή να βρεις να κάτσεις σε πεζούλι στην πλατεία στο Γκάζι Σαββατόβραδο με νορμάλ καιρό είναι ο δέκατος τρίτος άθλος του Ηρακλή.

Μιάμιση γενιά, η πιο χορτασμένη (ευχαριστώ για αυτό πατερούλη αν και το έκανες με τον λάθος τρόπο) και μορφωμένη πού είχε ποτέ η Ελλάδα, αρχίζει και ταξιδεύει στον κόσμο σε αναζήτηση σπουδών, ποιότητας ζωής και εργασίας, όχι δουλειάς πια. Γεύεται τα σωστά άλλων λαών, βλέπει τι δεν τις έμαθαν σωστά ή τι θα μπορούσαν να της το μάθουν καλύτερα. Οι πληροφορίες που βιώνει στην ζωή εκτός συνόρων, οι πληροφορίες από το internet, η μόρφωση που έχει αλλάζουν το μίγμα των απαιτήσεων της κοινωνίας μας στο πλαίσιο των αλλαγών στην παγκόσμια κοινωνία. Και όσο και να προσπαθεί ο γέρικος ψωριάρικος σκύλος να παραμείνει αφεντικό της αγέλης καλά θα κάνει να συνειδητοποιήσει ότι όπως αναφέρουν τόσα κλισέ «ο χρόνος πίσω δεν γυρνάει», «το ποτάμι πίσω δεν γυρνάει», κλπ. Τα παλιά συστήματα πού νόμιζαν ότι απέναντι τους έχουν αμόρφωτους βλάκες πολίτες που δεν θα μιλούν για ένα ξεροκόμματο και οι παλιές παρεούλες από την ένδοξη γενιά του Πολυτεχνείου γέρασαν και ακολουθούν τον δρόμο που ορίζει ο φυσικός νόμος. Μια νέα, πιο μορφωμένη, πιο δυνατή γενιά είναι εδώ η οποία δεν διακατέχεται από την ψυχολογική «πείνα» που άφησαν οι πόλεμοι, οι εμφύλιοι και οι χούντες. Στο χέρι της είναι να μην καταλήξει όμως από σκυλί ράτσας σε κοπρόσκυλο.

Αν κάποιος δουλεύει καθημερινά στο κέντρο της Αθήνας και έχει και εικόνες από το πρόσφατο παρελθόν μπορεί να παρατηρήσει δύο εντυπωσιακά πράγματα. Τα πεζοδρόμια των κεντρικών δρόμων είναι άδεια σε σχέση με παλιότερα. Ο κόσμος από τότε που άρχισε η κρίση σταμάτησε σιγά-σιγά να σουλατσάρει στο κέντρο.  Πλέον, κυκλοφορούν σχεδόν αποκλειστικά όσοι έχουν κάποια δουλειά να κάνουν και οι φοιτητές που φέρνουν λίγο χρώμα από τον πολύχρωμο κόσμο της ηλικίας τους. Το δεύτερο πράγμα που βλέπει κανείς είναι ότι ο κόσμος έχει την φάτσα ανθρώπου 3-4 δευτερόλεπτα αφού έχει φάει μια σφαλιάρα. Απορημένος προχωράει, ξέρει ότι κάτι έχει γίνει αλλά ακόμα το επεξεργάζεται και δεν μπορεί να αποφασίσει αν ήρθε η ώρα να θυμώσει σε αυτόν που του έριξε σφαλιάρα ή να είναι κύριος. Επειδή όμως βιάζεται να πάει στην δουλειά του αποφασίζει τελικά να είναι κύριος με τον τύπο που του έριξε την σφαλιάρα και να θυμώσει με τον εαυτό του γιατί δεν έκανε τίποτα.

Στο σύνολο όλων των απορημένων  και θυμωμένων προσώπων είναι ιδιαίτερα απογοητευτικό να βλέπεις άντρες με τέτοιες φάτσες. Ο άντρας σαν μέγας μαλαγάνας έχει ανά τους αιώνες σκαρφιστεί πάμπολλα κόλπα προκειμένου να είναι πιστός σε εκείνες τις λεξούλες της Βίβλου «Αυξάνεσθε και πληθύνεσθε». Ολόκληρος Δίας ακόμα πριν ειπωθούν εκείνες οι λεξούλες μεταμορφώθηκε σε χρυσή βροχή για να τρυπώσει στην φυλακή της Δανάης … κυριολεκτικά και μεταφορικά . Αν  λοιπόν ο Έλληνας άντρακλας είχε δείγμα ειλικρίνειας μέσα του θα έπρεπε να ομολογήσει στον εαυτό του ότι κάποιος τον είδε σαν Δανάη να ομολογήσει στον εαυτό του ότι πέρα από Δανάη τον λένε και Κώτσο και να δει πώς θα μπορέσει να ανακτήσει το όνομα που του έδωσε η αγαπημένη του νονά. Κρίμα θα ήταν να πάνε χαμένες τόσες λαμπάδες και χαρτζηλίκια.

Αυτή η μεταμόρφωση σε Δανάη ξεκίνησε κάπου στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Μέχρι τότε ο βαφτισμένος Θεμιστοκλής αποφάσισε οτι το Θεμιστοκλής είναι πολύ αρχαιοπρεπές και λαϊκό και οτι το κεφάλι θα το γυρνάει πλέον μόνο όταν κάποιος στον δρόμο θα φωνάζει Θέμη ή Ντέμη.  Ο Θέμησντέμης αγόρασε και Golfακι με δάνειο, έβαλε πουκαμισάκια με κροκόδειλους ή αλογάκια στο σημείο της καρδιάς, άσχετα αν έπρεπε να είχε μια μαϊμού. Καβάλα στο κουρσάκι του ο Θέμησντέμης με το ενσωματωμένο ραντάρ του έψαχνε γύρω του εκείνη την γυναίκα που θα του ταίριαζε. Το πια ακριβώς ήταν ο τύπος της γυναίκας που του ταίριαζε και έπρεπε να του κάνει «ΚΛΙΚ» του το είχε πει ένα περιοδικό στο πίσω κάθισμα. Οτιδήποτε άλλο θα ήταν αποτυχία. Ειδικά από την στιγμή που ο Θέμησντέμης είχε μάθει από το  περιοδικό ότι στις γκόμενες κάνει «ΚΛΙΚ» ριζότο με θαλασσινά και οπωσδήποτε σαφράν. Με χίλια ζόρια ο Θέμησντέμης βρίσκει μια αντίστοιχη Ντέμη. Μετά από πέντε πιστωτικές, δύο διακοποδάνεια, ένα στεγαστικό, τρείς Μυκόνους (η μία Πάσχα), ένα Λονδίνο και μία Πράγα τελικά καταφέρνει να βρει τον έρωτα, την αγάπη και ένα σπίτι να την στεγάσει.

Περνάνε τα χρόνια και όπως είναι αναμενόμενο ο Θέμησντέμης και η Ντέμη  κάνουν Ντεμάκια . Τα κροκοδειλοπουκάμισα γίνονται tshirt indie συγκροτημάτων, το Golfάκι γίνεται έξυπνο (ευρωπαϊστί Smart) και η Ελλάς ανακαλύπτει ξανά την γεωργία. Τεράστια γερμανικά και αμερικάνικα τζιπ κατακλύζουν την Ελλάδα. Η τσάπα όμως θα αγοραστεί μετά από τρείς δόσεις που εξοφλείται το τέταρτο καταναλωτικό, το οποίο είχε εξοφλήσει το διακοποδάνειο για την δεύτερη Μύκονο.

Λίγος καιρός περνάει ακόμα το ελληνικό καλοκαίρι δίνει την θέση του στο φθινόπωρο. Η Ντέμη τσακώνεται συχνά με τον Θεμησντέμη γιατί δεν μπορεί να της πάρει εκείνο το φορεματάκι απο κασμίρ και μετάξι που είδε στο μαγαζι του πανάκριβου μαγαζιού στον πεζόδρομο στο κέντρο . Ο χειμώνας είναι κοντά και το πριγκηπικό της κορμάκι της πρέπει να είναι καλυμμένο για να μην κρυώσει. Ο Θεμησντέμης της λέει ότι τα φορεματάκια δεν πέφτουν απο τον ουρανό και οτι φέτος μάλλον κάποιο μαντηλάκι zοοsoft θα της πάρει. Της θυμίζει επίσης ότι η διαφήμηση αναφέρει ότι έχουν αίσθηση σαν μετάξι. Με μία πριγκήπική φάτσα αηδίας η αγαπημένη του Ντέμη του λέει:

- “ Τόσα χρόνια όμως μου το έπαιζες Ωνάσης . Έτσι με κατάφερες. Αν ήσουν άντρας να έδειχνες τι ήσουν απο την αρχή. “

Αυτό το «… αν ήσουν άντρας» τσάκισε τον Θεμησντέμη στα δύο. Στον Έλληνα πες του ότι θες αλλά μην του πεις ότι δεν είναι άντρας και ότι οι πρόγονοι του δεν ανακάλυψαν το σύμπαν. Με τον εγωϊσμό θιγμένο και τα αυτία του να έχουν ματώσει το προηγούμενο βράδυ, απο το γοερό κλάμα της Ντέμης του, πάει να συναντήσει τον θείο του τον Θεόδωρο, που είναι βουλευτής, μπάς και του βρεί μια δουλειά με λεφτά για να πάρει το ριμάδι το φορεματάκι. Όταν όμως ο θείος του του λέει οτι πλέον δεν μπορεί να κάνει τίποτα γιατί όλα ελέγχονται πλέον απο την Ευρωπαϊκη Ένωση, που δίνει τα λεφτα, ο Θεμησντέμης τρομοκρατείται.

-  “Ωιμε !!!!!!”, κράζει με στεντόριο αρχαιοελληνικό στόμφο, όπως τότε που έιχε πάει την Ντεμη weekend Ναύπλιο και είχαν δεί το Εθνικό στην Επίδαυρο να παίζει Αντιγόνη του Σοφοκλέως ( … βεβαιως βεβαίως).

Αφού λοιπόν βλέπει και  αποβλέπει ο Θεμησντέμνης ανασκουμπώνεται, πίνει ένα esspreso freddo latte machiatto και πάει να συναντήσει το αφεντικό του, τον Fritz, και να του ζητήσει αύξηση. Αφου του εξηγεί την κατάσταση και τις ανάγκες της Ντέμης για νέο φορεματάκι για να μην κρωυνει το  το ομορφο πριγκήπικό κορμάκι της κοιτάει όλο αγωνία τον Fritz. O Fritz με ηρεμία του δηλώνει ότι η πολυεθνική εταιρία είναι πάντα κοντά στο προσωπικό και ότι θέλει να βοηθήσει.  Πρίν όμως μπορεσει να δικαιολογήσει την αύξηση, και επειδή δεν τον ξέρει προσωπικά θα ήθελε να του κάνει κάποιες ερωτήσεις πρώτα. Ο Θεμησντέμης γεμάτος χαρά που κάποιος θέλει επιτέλους να τον βοηθέσει περιμένει με ανυπομονησία τις ερωτήσεις του .

-  ” Ξέρεις απο γεωργικά; Να σπείρουμε καμια ντοματούλα να την πουλήσουμε και να μοιραστούμε τα κέρδη ;” ρώτησε ο Fritz .

- “Δυστηχως όχι. Αγόρασα το τζιπάκι όμως. 4200 κυβικά, γερμανικό με  GPS kai MP3 player. Όμως την τσάπα δεν πρόλαβα να την αγοράσω οπότε πως να μάθω να σπέρνω ντομάτες ; Εξάλλου πάντα είχαμε κηπουρό στο σπίτι στην Γλυφάδα. Τον Σαλί. Είναι από Αλβανία. Πολύ κάλος κηπουρός . Έχω μάτι να βρίσκω καλούς βοηθούς. ” του απαντάει με πολύ τουπέ.

- “Κανένα αλεξικέραυνο ξέρεις να σχεδιάσεις να παράγουμε. Έρχεται χειμώνας τώρα και θα πουλιούνται σαν τρελά με τις βροχές.” τον ρωτάει δεύτερη φορά ο Fritz.

- “Αφού βρε αφεντικό το ξέρεις ότι εδώ μέσα το 80% είμαστε από τον θείο μου τον Θεόδωρο. Δεν χρειάστηκε ποτέ να ξέρουμε κάτι παραγωγικό για να βρούμε δουλειά. Καμιά καταχώρηση, καμιά φωτοτυπία. Ξέρεις εσύ.” και του χαμογελάει πονηρά.

Ο Fritz προβληματισμένος σηκώνεται από το γραφείο του. Πάει προς το μεγάλο ντουλάπι στην γωνία του γραφείου του και βγάζει μια χάρτινη designατη τσάντα. Ο Θεμησντέμης αναγνωρίζει την μάρκα. Είναι αυτή που κατασκευάζει το φορεματάκι της Ντέμης του.  Πετάγεται όλος χαρά από την θέση του αρπάζει την τσάντα και την ανοιγεί. Μέσα είναι το φορεματάκι της Ντέμης. Με απορία κοιτάει τον Fritz.

- “Μα καλά πώς το ήξερες ότι αυτό είναι το φορεματάκι;” τον ρωτάει.

- “Αφου η πολυεθνική μας τα βγάζει. Είναι ότι πιο trendy αυτό τον χειμώνα. Όλες οι γυναίκες το θέλουν.” του απαντά.

- “Ευχαριστώ βρε αφεντικό. Είσαι παιδί πρώτο. Και θα δείς. Για ότι θέλεις ο Θεμηςντέμης είναι εδώ για σένα. Τώρα όμως που το κοιτάω είναι μεγάλο για την Ντέμη. Δεν το έχεις σε πιο μικρό;”

- “Δεν είναι μικρό. Νομίζω ότι θα σου πηγαίνει τέλεια μικρή μου Δανάη. Φόρεσε το να το δώ πάνω σου.” του αποκρίνεται με παγωμένο ύφος ο Fritz.

- “Αφεντικό με δουλεύεις ; Εμένα με λένε Θεμιστοκλή. Σαν τον αρχάιο … ξέρεις” του απαντά με τσαμπουκά ο Θεμησντέμης μπάς και γλυτώσει.

- “Απο σήμερα θα σε λένε Δανάη. Φορεσέ το.”  του απαντά με ένα τόνο που δεν δέχεται αντιρρήσεις ο Fritz.

Καημένε Έλληνα … ΝΟΤ !!!!

Blog Stats

  • 467 hits
Follow

Get every new post delivered to your Inbox.